Αρχική > Κοινωνία-Πολιτισμός > Προσωπικότητες > Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη 1896 – Πρέβεζα 1928)
Από την Αρκαδία έχουν εκπορευτεί πολλοί μεγάλοι ή ευρύτατα γνωστοί ποιητές, και παλιότεροι και νεότεροι: Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Σοφοκλής Καρύδης, Δημ. Βαλαβάνης, Γεώργιος Στρατήγης, Γιώργος Σαραντάρης, Κώστας Ουράνης, Μελισσάνθη, Μίλτος Σαχτούρης (Αρκάς εκ μητρός), Νίκος Γκάτσος, Κρίτων Αθανασούλης, Ηλίας Σιμόπουλος κ.ά.
Και ενώ πρόκειται για ποιητές όχι τυχαίους, περισσότερο γνωστός στο ευρύ κοινό-από των Αρκάδων ποιητών το γένος-, είναι ο Κώστας Καρυωτάκης. Η φήμη του, βέβαια, μπορεί να οφείλεται εν μέρει στην εκούσια αναχώρησή του από τη ζωή, ή στις μυθιστορηματικού τύπου δημοσιογραφικές αναφορές -όπου το σύντομο ειδύλλιο με την Πολυδούρη καταλαμβάνει περίοπτη θέση-, όμως ο Καρυωτάκης είναι μια σπάνια περίπτωση όπου η τέτοιας μορφής φήμη συμπίπτει με την αξία που του αποδίδουν και οι επαΐοντες.
Παρατηρούμε, έτσι, μια συχνότατη μελοποίηση των ποιημάτων του, μια διαρκή αναφορά σε στίχους του, προκειμένου να υπογραμμιστούν και να χρωματιστούν στρεβλώσεις και τραυματικές καταστάσεις του νεοελληνικού βίου. Και όχι άδικα. Γιατί ο Καρυωτάκης ήταν ένας ποιητής που, με καίριο τρόπο, με «αστραπές λυρικής οργής», όπως λέει και ο Κλέων Παράσχος, φώτισε μερικές από τις πιο βαθιές πληγές της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν επουλωθεί –δυστυχώς- μέχρι τις μέρες μας. Ποιος δεν θα προσυπέγραφε, ας πούμε, σήμερα αυτό το ποίημα:
Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι.
Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος.
Αν άλλοτε αντιφέγγιζε στο νου, στα μάτια, σ’ ό,τι,
είναι η ζωή πια σκοτεινή κι ανέφικτη σα θρύλος,
είναι πικρία στο χείλος.
Νύχτα βαθιά. Με πνεύμα οργής έσπρωξα το κρεβάτι.
Άνοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
ελπίς. Απ’ το παράθυρο, του τελευταίου διαβάτη
είδα τη σκιά. Κι εφώναξα στριγκά στην ησυχία:
«Δυστυχία!»
Η φριχτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγράφη.
Δέντρα την δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε,
επιγραφή την έχουνε τα σπίτια κι είναι τάφοι,
ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε
Οι άνθρωποι δεν ακούνε;
Αλλά αυτό με το οποίο θα ασχοληθούμε εδώ δεν είναι ούτε το περιεχόμενο, ούτε η αξία τού έργου, ούτε η επίδραση που άσκησε και ασκεί ο Καρυωτάκης στη λογοτεχνία τού τόπου μας. Η σχετική βιβλιογραφία είναι τόσο πλούσια, ώστε δεν έχει μείνει καμιά πλευρά που να μην έχει επισημανθεί και αναλυθεί, και μάλιστα κατά κόρον.
Υποθέτουμε, λοιπόν, ότι εκείνο που ενδιαφέρει τον αναγνώστη αυτής της σελίδας είναι να δει ποια η σχέση του Καρυωτάκη με την Αρκαδία, και πού μπορεί να τον «συναντήσει» στην Τρίπολη.
Ο ποιητής, λοιπόν, γεννήθηκε στην Τρίπολη σ’ ένα σπίτι που βρίσκεται Δυτικά τής πόλης, στη γωνία των οδών Καρυωτάκη και Ερυθρού Σταυρού 28 (πρώην Γορτυνίας, πρώην Αγίου Αθανασίου). Το οίκημα είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα τού νεοκλασικού ρυθμού, που επικράτησε παγκόσμια από τα μέσα του 18ου αι. μέχρι τις αρχές του 19ου. Στην Ελλάδα εμφανίσθηκε μετά τη δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους (1830), κάλυψε ολόκληρο τον 19ο αι. και αποτελεί τον μόνο ρυθμό που γνώρισε ο νέος ελληνισμός, τη μοναδική κίνηση που άφησε μερικά αξιοπρεπή και εναρμονισμένα με το περιβάλλον κτίρια, τα οποία επιπλέον μας δένουν με το αρχαιοελληνικό μας παρελθόν.
Τα βασικά στοιχεία τού νεοκλασσικισμού στην αρχιτεκτονική ήταν το μικρό ύψος, η λιθοδομή, η κεραμοσκεπή, τα κλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία στην όψη, όπως παραστάδες, αετώματα, κίονες (σε κάποιον από τους τρεις κλασσικούς ρυθμούς), φουρούσια, ακροκέραμα, ζώνες, γύψινες διακοσμήσεις κλπ.
Ο νεοκλασικισμός τού 19ου αιώνα, εμπλουτισμένος με στοιχεία της παράδοσης, όπως είναι οι καμαρωτές εξώθυρες και τα τοξωτά κουφώματα του ισογείου, σφράγισε την τέταρτη ανοικοδόμηση της Τρίπολης. Μερικά από τα οικοδομήματα αυτής της περιόδου διασώζονται ακόμα στην πόλη, τα περισσότερα, ωστόσο, έπεσαν θύματα του προσοδοφόρου συρμού τής πολυκατοικίας. Την ίδια τύχη θα είχε ασφαλώς και το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Καρυωτάκης, το οποίο γνώρισε μια μακρά περίοδο συνεχούς φθοράς, παρόλο που έγκαιρα –από τις 22-11-1953- είχε τοποθετηθεί στην πρόσοψή του η μαρμάρινη εκείνη πλάκα που επισήμαινε ότι «Στο σπίτι αυτό εγεννήθηκε ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης στις 30 Οκτωβρίου 1896». Ευτυχώς το Υπουργείο Πολιτισμού στα τέλη της 10ετίας του 1980 αποφάσισε την αναγκαστική απαλλοτρίωσή του κι έτσι αγοράστηκε από την τελευταία ιδιοκτήτριά του Μάχη Παναγιωτοπούλου-Ζώγα, ανακαινίστηκε, και στεγάζει σήμερα τις Διοικητικές αρχές τού Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Το σπίτι αυτό, που έχει και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τής τονισμένης εξωτερικά συμμετρίας, ανήκε στην οικογένεια Σκάγιαννη, ένα μέλος της οποίας, η Κατήγκω Αθ. Σκάγιαννη, παντρεύτηκε τον πατέρα του ποιητή, Γεώργιο Κ. Καρυωτάκη που υπηρετούσε ως μηχανικός στη Νομαρχία Αρκαδίας.
Ο πατέρας του, μέλος μιας οικογένειας με εφτά παιδιά, είχε γεννηθεί στη Συκιά Κορινθίας. Το επώνυμο Καρυωτάκης οφειλόταν στην πρώτη εγκατάσταση του παππού του Κωνσταντίνου στα Καρυώτικα, ένα συνοικισμό κοντά στη Συκιά. Λέγεται ότι ονομαζόταν προηγουμένως Ευθυμίου, αλλά ορφανός, φτωχός και απροστάτευτος καθώς ήταν, γεννούσε τον οίκτο στους Συκιώτες που συχνά πυκνά έλεγαν: «Το καημένο το Καργιωτάκι…».
Η οικογένεια Σκάγιαννη, από την άλλη, ήταν μια από τις πιο επιφανείς της Τρίπολης. Ο παππούς τού ποιητή, από τη μεριά της μάνας του, Αθανάσιος Σκάγιαννης (1815-1890) ήταν σχολάρχης. Παντρεύτηκε το 1854 την Ελένη Δ. Ευταξιοπούλου και απέκτησαν 11 –κατά πάσαν πιθανότητα- παιδιά, που τα περισσότερα πέθαναν σε μικρή ηλικία. Το οικόπεδο στην λεωφόρο Αγίου Αθανασίου (σήμερα Ερυθρού Σταυρού) το αγόρασε ο Αθανάσιος Σκάγιαννης το 1862. Η κόρη του Κατήγκω (Αικατερίνη) παντρεύτηκε τον Γεώργιο Καρυωτάκη το 1894. Στο προικοσύμφωνο, που δημοσιεύουμε παρακάτω, φέρονται ως προικοδότες της Κατήγκως οι δυο της αδελφοί: ο Παντολέων, καθηγητής, και ο Δημήτριος, δικηγόρος.
Από τον γάμο της Κατήγκως Σκάγιαννη με τον Γεώργιο Καρυωτάκη γεννήθηκαν 3 παιδιά: Η Νίτσα, δηλ. Ελένη, (1895-1969), ο ποιητής και ο Θάνος (1901-1979). Η Νίτσα παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο και έκαναν δυο παιδιά: τον Άρη (σ’ αυτόν έχει αφιερώσει ο ποιητής ένα στιχούργημά του), και την Καίτη. Ο Θάνος χρημάτισε υψηλόβαθμος τραπεζικός υπάλληλος και στο αγόρι, που απέκτησε από το γάμο του, έδωσε το όνομα του πατέρα του, Γεώργιος.
Παρά τους συγγενικούς δεσμούς τού ποιητή με μερικές από τις πιο γνωστές οικογένειες της Τρίπολης, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είχε μια ουσιαστική «συνομιλία» με το σώμα και το πνεύμα της πόλης.
Οι συχνές μεταθέσεις τού πατέρα του (Τρίπολη-Λευκάδα-Αργοστόλι-Λάρισα-Πάτρα), καθώς και το δικό του οδοιπορικό (Θεσσαλονίκη-Άρτα-Σύρα-Αθήνα-Πάτρα-Πρέβεζα ), δεν επέτρεψαν το ουσιαστικό δέσιμό του με μια πόλη.
Το όνομά του, βέβαια, φέρνει αμέσως στο μυαλό μας την πόλη της Πρέβεζας, αλλά, και η αυτοκτονία του εκεί δεν μπορεί να θεωρηθεί «δέσιμο», και η Πρέβεζα για πολύν καιρό δεν ήθελε να τον μνημονεύει ως δικό της άνθρωπο, αφού θεωρούσε ότι την δυσφήμισε μ’ εκείνο το πασίγνωστο ποίημα, όπου Πρέβεζα και θάνατος εμφανίζονται ως συνώνυμες λέξεις. Ο αρχικός, ωστόσο, τίτλος «Επαρχία», που είχε βάλει στο ποίημα αυτό ο Καρυωτάκης, δηλώνει ότι θεωρούσε την Πρέβεζα ένα τυπικό δείγμα των πόλεων της περιφέρειας. Και τέτοια ασφαλώς ήταν και η Τρίπολη εκείνου του καιρού.
Αλλά οι δεσμοί με την Τρίπολη ήσαν άλλου επιπέδου. Ήταν, πρώτα, η πόλη όπου ζούσε η επιφανής οικογένεια της μητέρας του και εκεί –στο Σκαγιαναίικο σπίτι- έμενε η αδελφή του η Νίτσα. Μια αλληλογραφία του μαζί της, που έχει διασωθεί, μας αποκαλύπτει ότι η πόλη μας τον έθρεψε και κυριολεκτικά. Συγκεκριμένα, κατά το φοβερό αποκλεισμό των «συμμάχων», στα 1916-17, από την Τρίπολη περίμενε την αποστολή αλεύρων που σπάνιζαν στη λιμοκτονούσα Αθήνα. Σ’ ένα απ’ αυτά τα γράμματα υπάρχει και το εξής σχόλιο: «Από τις κοπέλες για τις οποίες μου έγραψες, γνώρισα τη δεσποινίδα Ρηγοπούλου. Μου άρεσε. Δεν έχει τον επαρχιώτικο αέρα τής Τριπολιτσάς».
Με την Αρκαδία, πάλι, συνδέεται και ένα άλλο σημαντικό επεισόδιο της ζωής τού Καρυωτάκη. Το καλοκαίρι του 1927 παραθερίζει στην «ωραία κωμόπολη» -ο χαρακτηρισμός είναι δικός του- της Δημητσάνας. Εκεί, «στον ελαφρό αέρα των αρκαδικών βουνών», πιάνει και διαγράφει ως «ανάξια» ή προκρίνει ως «άξια» ποιήματα που είχε συγκεντρώσει και επρόκειτο να τα συμπεριλάβει στην τελευταία και σημαντικότερη συλλογή του «Ελεγεία και Σάτιρες». Ανάμεσα στα «άξια» εντάσσει και μερικά ποιήματα όπου τα κακώς κείμενα της εποχής θίγονται κατά τρόπο ρωμαλέο και αποκαλυπτικό:
Η θαρραλέα περιγραφή τού κλίματος της παρακμής, χωρίς στρογγυλέματα ή αποσιωπήσεις, δεν σκιαγραφεί μόνο τα χαρακτηριστικά τού προσώπου μιας εποχής, αλλά αποκαλύπτει και το πάθος ενός ποιητή, που κάθε ποίημά του είναι και μια ψηφίδα από τη ζωή του. Και το μόνο αίτημα που μπορούσε να διατυπώσει εν τέλει, καθώς φαίνεται, ήταν αυτό που έθεσε ως προμετωπίδα στην τελευταία του συλλογή: κάτω από μια νεκροκεφαλή, που στηριζόταν σε δυο κόκαλα χιαστί, χάραξε τη λεζάντα «Με το μηδέν και το Άπειρο / να συμφιλιωθούμε».
Αυτή η επιθυμία είναι χαραγμένη και στην προτομή τού Καρυωτάκη, αλλά δεν φαίνεται να πέτυχε τη συμφιλίωση που επιθυμούσε, ως προτομή, έστω και με το στενό χώρο τής Τρίπολης, όπως θα φανεί παρακάτω.
Τον Απρίλιο του 1972, λοιπόν, ο Δήμος Τριπόλεως αποφασίζει να παραχωρήσει ένα χώρο στη βόρεια πλευρά τής πλατείας του Άρεως για την τοποθέτηση της προτομής. (Είναι έργο τού γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρου).
Στις 4-11-1973 τελούνται τα αποκαλυπτήρια, συνοδευόμενα από το σύνηθες τυπικό. Αντιγράφουμε το σχετικό μονόστηλο από την εφημερίδα «Αλήθεια της Τριπόλεως» (φ. 1014, 5-11-1973): «Χθες την πρωΐαν εις το Δημοτικόν πάρκον τής πόλεως παρά την πλατείαν Άρεως ο Νομάρχης κ. Καλογεράτος απεκάλυψε την στηθείσαν εκεί προτομήν τού Τριπολίτου ποιητού Κώστα Καρυωτάκη, την οποίαν ευγενώς προσέφερεν ο αδελφός τού τιμηθέντος κ. Θάνος Καρυωτάκης. Προ της αποκαλύψεως, σχετικώς με την ζωήν και δράσιν του ποιητού ωμίλησεν, εκ μέρους τού Πνευματικού Κέντρου Τριπόλεως, ο κ. Θ. Ορφανόπουλος και εν συνεχεία ωμίλησεν ο αδελφός τού ποιητού κ. Θ. Καρυωτάκης. Ακολούθως κατετέθησαν στέφανοι εκ μέρους του Πνευματικού Κέντρου, όπερ είχε την πρωτοβουλίαν οργανώσεως της τελετής, της οικογενείας του ποιητού, του Δήμου Τριπόλεως, της Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Αθηνών και της Ενώσεως Τριπολιτών Αττικής. Εν συνεχεία εις την αίθουσαν του κινηματοθεάτρου «Αελλώ» και ενώπιον μεγάλης συγκεντρώσεως και των αρχών τής πόλεως εγένετο διάλεξις με θέμα τον ποιητήν και ομιλητήν τον λογοτέχνην κ. Κων. Στεργιόπουλον. Κατά την διάρκειαν της ομιλίας η ηθοποιός τού Εθν. Θεάτρου Κα Νενεδάκη απήγγειλε χαρακτηριστικά ποιήματα του Καρυωτάκη».
Η παρουσία, όμως, ενός «στενάχωρου» ποιητή στο χώρο όπου περιφέρονται χαρούμενοι περιπατητές κατά τους θερινούς μήνες, εγείρει αντιδράσεις, οι οποίες διατυπώθηκαν και γραπτώς. Έτσι, σε επιστολή αναγνώστη που δημοσιεύθηκε στις 27-8-74 στα «Αρκαδικά Νέα», διαβάζουμε μεταξύ των άλλων: «Αυτός ο ποιητής που αγαπούσε τη μοναξιά, το θάνατο, την νύκτα, δεν έχει καμιά θέση στην πολύβουη πλατεία Άρεως, διότι αποτελεί μια κραυγαλέα αντίθεση της λεβεντιάς του ’21 με τον πεσιμισμό του Καρυωτάκη».
(Τι καημός κι αυτός! Η ταραχή των ημερών έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Και δεν ήταν μια συνηθισμένη ταραχή. Καθώς ο επιστολογράφος μας συνέτασσε το κείμενό του, γύρω του «έσκαζαν» γεγονότα, όπως αυτά: Παραίτηση του Νίξον. Αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ. Κατάληψη του 1/3 της Κύπρου από τον «Αττίλα 2». Άφιξη στην Αθήνα του Α. Παπανδρέου. Μεγάλη πυρκαγιά κοντά στον Κάλαμο αποτεφρώνει 10.000 στρέμμ. δάσους και απειλεί τη βάση πυραύλων στην περιοχή. Διεθνής διάσκεψη για το Κυπριακό. Αποστράτευση του Ιωαννίδη. Η ΕΣΣΔ ανακοινώνει ότι εγγυάται τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Καταφθάνει στην Αθήνα ο Γεν. Γραμματέας του ΟΗΕ Κουρτ Βαλντχάιμ για συνομιλίες με τον Κ. Καραμανλή).
Πάντως, για να μην καταπτοείται το φρόνημα κάποιων από τον πεσσιμισμό τού Καρυωτάκη, η προτομή του πήρε τα μπογαλάκια της και μετακόμισε στην πλατεία Ανεξαρτησίας. Ίσως γιατί εκεί πολύ λιγότερων θα χάλαγε τη μέρα, αφού ο επί της πλατείας Σταθμός των ΚΤΕΛ είχε αποκτήσει, από τον Μάιο του ’74, νέο στέκι στην πλατεία Κολοκοτρώνη.
Αλλά και εδώ ο προσανατολισμός της ήταν προβληματικός. Από την Ανατολική θέση όπου είχε εγκατασταθεί, θα μπορούσε άνετα να παρακολουθεί πότε «έρχεται ο κύριος Νομάρχης», και η σχετική ειρωνεία, που συνόδευε τη φράση στο ποίημα «Πρέβεζα», μπορεί και να υπονόμευε το κύρος του θεσμού. Η μετακίνησή του, ωστόσο, στη Βόρεια πλευρά του αναιμικού πάρκου της πλατείας εξυπηρετούσε μάλλον κάποιες άλλες όψιμες ισορροπίες. Η Εθνική Αντίσταση, για χρόνια συρμένη στην ανυποληψία, διεκδικούσε ένα χώρο, ώστε να καταγίνει με τη συντήρηση της μνήμης.
Και πάνω που η προτομή τού ποιητή άρχισε να αφομοιώνεται με το χώρο, ώστε να περνάει απαρατήρητη, παραχώρησε και πάλι τη θέση της στις νεότερες εκφάνσεις της ανδρείας. Προς το παρόν, κάπου λουφάζει παραιτημένη και ανέστιος. Η μόνη ελπίδα για μόνιμη διαμονή πια είναι το σπίτι του, όπου κανέναν δεν θα ξενίζει η δακρυσμένη όψη του ορείχαλκου…
Τρίπολη Φεβρουάριος 2010 Γεωργία Δάλκου
ΔΗΜΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ
Εθνικής Αντίστασης 43, Τρίπολη 221 00
Τηλ.: 2710 222235, 2710 234672