Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου

Η σύσταση του ΝΠΔΔ προέκυψε, ύστερα από τη συγχώνευση των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) του Δήμου Τριπόλεως με την επωνυμία :

 

  • Πνευματικό Κέντρο Τρίπολης
  • Πνευματικό Κέντρο Καμαρίου
  • Δημοτικός Οργανισμός Νεολαίας Τεγέας
  • Δημοτική Βιβλιοθήκη Λεβιδίου
  • Μουσείο Παπαναστασίου
  • Πνευματικό Κέντρο Ριζών
  • ΚΑΠΗ Τεγέας
  • Παιδικός Σταθμός Λεβιδίου - Κανδήλας
  • Παιδικός Σταθμός Αλέας
  • Δημοτική Βιβλιοθήκη Παρθενίου
  • Κοινοτική Βιβλιοθήκη Αλέας
  • Πνευματικό Κέντρο Αλέας
  • Πνευματικό Κέντρο Δεμιρίου
  • Δημοτικό Κοιμητήριο Τρίπολης
  • Πνευματικός Πολιτιστικός Οργανισμός Βαλτετσίου
  • Ε.Α.Κ. Τρίπολης
  • Αθλητικός Οργανισμός Δήμου Τρίπολης
  • ΚΑΠΗ Τρίπολης
  • Σκοπευτήριο Δήμου Τρίπολης
  • Αθλητικός Οργανισμός Βαλτετσίου
  • ΚΑΠΗ Βαλτετσίου
  • Φιλαρμονική Τριπόλεως
  • Παιδικοί Σταθμοί Δήμου Τρίπολης
  • Δημοτική Πρόνοια

 

Πρόεδρος

ΚΑΡΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ


Αντιπρόεδρος

ΚΑΜΑΡΗΣ ΗΛΙΑΣ

Ο Σταύρος Τσιώλης (γενν. στην Τρίπολη το 1937) είναι σκηνοθέτης του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και από το 1958 δούλεψε σαν βοηθός σκηνοθέτη σε 54 ταινίες, πολλές από τις οποίες της Φίνος Φιλμ.

Η πρώτη δική του ταινία εμφανίστηκε το 1968, και το 1970 έκανε διεθνή επιτυχία με την ταινία Κατάχρηση εξουσίας. Κατόπιν εγκατέλειψε τον κινηματογράφο για μια δεκαπενταετία και επανήλθε το 1985 με ταινίες που έκαναν ιδιαίτερη επιτυχία.

Οι ταινίες του έχουν ένα ιδιαίτερα προσωπικό στυλ καθώς βασίζονται στο λεπτό χιούμορ, τους αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους και τη χρήση, πολλές φορές, ερασιτεχνών ηθοποιών. Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στα σενάριά του αποτελεί η περιπλάνηση, αρκετές φορές στον τόπο καταγωγής του, την Αρκαδία. Σε πολλές ταινίες του χρησιμοποίησε σαν πρωταγωνιστή τον Αργύρη Μπακιρτζή.

 

Ο Κώστας Τουρνάς, είναι Έλληνας μουσικός συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1949 (60 ετών) και έζησε εκεί μέχρι 10 χρονών, ενώ το 1959 έρχεται στην Αθήνα και αρχίζει μαθήματα κιθάρας.

Στα 13 του κάνει το πρώτο του group που παίζει Λατινοαμερικάνικα τραγούδια. Άλλαξε πολλά σχολεία και, όπως λέει ο ίδιος, δεν άνοιξε βιβλίο από την δευτέρα γυμνασίου και μετά. Για να μην χάσει όμως χρονιές εφάρμοσε την τακτική που έλεγε «Όταν γίνεται παράδοση στο μάθημα θα αφιερώνομαι πλήρως στην παράδοση και αυτή θα είναι η μελέτη μου.» Από το 1961 ξεκίνησε να μαθαίνει κιθάρα μέχρι το 1965 με δάσκαλο.

Από εκείνο το σημείο και μετά, χάνεται ο έλεγχος της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. «Το καλοκαίρι το 1967 και μη συνειδητοποιημένος τι σημαίνει επταετία, τι σημαίνει χούντα, στον κόσμο μου εγώ, ασχολούμαι με την μουσική». Λίγο αργότερα σαν επαγγελματίας πια, παίζει και τραγουδά σε διάφορα clubs της Αθήνας. Το καλοκαίρι του 1967 δουλεύει πρώτη φορά επαγγελματικά στα Καμμένα Βούρλα με διάφορους φίλους και συνεργάτες. Είναι η πρώτη τους χορευτική ορχήστρα. Κάποια στιγμή ο Κώστας ένιωσε οτι κουράζεται και προσφέρει πολλά γι' αυτά τα χρήματα που έπαιρνε εκείνη την εποχή. Έτσι πριν το στρατό, πούλησε όλα του τα μηχανήματα, ενισχυτή, κιθάρες ηλεκτρικές, μικρόφωνα, εφέ και έμεινε με μια ξύλινη κιθάρα και ορκίστηκε ότι το ημερομίσθιο του μουσικού για εκείνον τελείωσε.

Έγραφε τραγούδια σ' ένα χαρτί, δανειζόταν και από ένα φίλο του ένα μονοφωνικό κασσετόφωνο και με την κιθάρα του έπαιζε μελωδίες. Εκείνη την εποχή έγραφε και τραγούδια σε συνεργασία με φίλους του. Το «Ήλιε μου» είναι ένα τραγούδι που η μουσική του γράφτηκε σε συνεργασία με τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Για το «Άνθρωπε αγάπα» αιτία ήταν η αντιπολεμική ταινία ματωμένες φράουλες. Την άνοιξη του 1971, πριν ακόμα ολοκληρώσει την στρατιωτική του θητεία, ξεκινάει πρόβες με τους POLL. O Ρόμπερτ Ουίλιαμς, ο Σταύρος Λογαρίδης και ο Κώστας Παπαϊωάννου κάνουν την μεγαλύτερη επιτυχία που γνώρισε ποτέ μουσικό group στην Ελλάδα. Οι POLL μετά τα «Άνθρωπε αγάπα», «Έλα Ήλιε μου», «Στην Πηγή μια Κοπέλα», «Αετοί», «Η Γενιά μας» και άλλα, διαλύονται δίνοντας την σκυτάλη στην δισκογραφία του Κ. Τουρνά.

Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος ξεκινά προσωπική καριέρα με το δίσκο «Απέραντα Χωράφια». Ακολουθούν τα άλμπουμ: «Αστρόνειρα», «Κυρίες & Κύριοι», «Λευκά Φτερά», «Επί Γης Ειρήνη», «Στο Σινεμά», «Τρωικός Πόλεμος», «Αγαπημένη», «Η Πρόβα», «Τώρα», «Λίγη Αμαρτία», «Υπερβολές», «Tora Tora Tora», «Κλισέ», «Παιχνίδι», «Αλητείες», «Κάτω απ' την Ακρόπολη», «Ντουέτα» με τη συμμετοχή 12 κλασικών τραγουδιστών, και «Κλέβει ο Καιρός».

Ακολούθησαν Ελληνικά και Διεθνή Φεστιβάλ με βραβεία και διακρίσεις, με «χρυσό» κατάλογο σε πωλήσεις δίσκων, τηλεοπτικές και παραγωγικές δραστηριότητες, αλλά αυτό που μοιάζει να τον συγκινεί περισσότερο απ' όλα είναι το «καλό» τραγούδι. Δεκάδες τραγουδιστές έχουν πει τραγούδια του ενώ έχει συνθέσει πάνω από 600 τραγούδια. Είναι κάτοικος Αθηνών (συγκεκριμένως της περιοχής Άνω Κυψέλη). Ήταν υποψήφιος ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας το 2004.

Κείμενο: Η αρχική έκδοση του κειμένου του άρθρου προέρχεται από τον ιστότοπο http://tournas.741.com/bio.htm και δημοσιεύεται στη Βικιπαίδεια με την άδεια του συγγραφέα του.

 

Ο ανιδιοτελής πατριώτης και ευεργέτης του έθνους

Η περίπτωση των αδελφών Σέκερη συνιστά ίσως το πιο κραυγαλέο παράδειγμα κατάφωρης αδικίας που επεφύλαξε το νεοελληνικό κράτος στους συντελεστές της σύστασής του. Ακόμα και στη γενέτειρα τους, την Τριπολιτσά, άλλοι περισσότερο ή λιγότερο ήρωες του Αγώνα, επισκιάζουν την προσφορά και την υστεροφημία τους.

Κατά τη διάρκεια της βενετοκρατίας (1687-1715) δεν εντοπίζεται στην Τριπολιτσά οικογένεια με το επώνυμο Σέκερη. Σε έγγραφο της δημογεροντίας του Άργους (1 Απριλίου 1798), μεταξύ των προκρίτων της επαρχίας, εμφανίζεται κάποιος Νικόλαος Σέκερης. Στην Τριπολιτσά ο Δημήτριος Σέκερης, έμπορος της πόλης, θα νυμφευτεί τη Χάιδω και θα αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί, τον Παναγιώτη, το 1783. Από τις μετεπαναστατικές αναφορές των αδελφών Σέκερη πληροφορούμαστε πως κατοικούσαν κοντά στο Πηγάδι του Σεφέρη (μέχρι πρότινος υπήρχε στην οδό Σέκερη...). Στις 4 Απριλίου του 1798, σύμφωνα με τα χρονικά σημειώματα του Ρήγα Παλαμήδη, τα οποία είναι έγκαιρα χρονολογικά, δολοφονήθηκε στην Τριπολιτσά κάποιος Σέκερης από έναν Τούρκο, ο πατέρας των γνωστών αδελφών. Το περιστατικό αυτό καθόρισε τη ζωή και τη σταδιοδρομία του Παναγιώτη Σέκερη.

Ο Παναγιώτης Σέκερης, ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα αδέλφια, έμαθε τα πρώτα γράμματα στην Τριπολιτσά και κατόπιν μαθήτευσε στη Σχολή της Δημητσάνας. Κατά τη διάρκεια των διακοπών της Σχολής ο Παναγιώτης Σέκερης είδε ένα Τούρκο να δολοφονεί για ασήμαντη αιτία τον πατέρα του μέσα στο εμπορικό του κατάστημα. Ο Παναγιώτης Σέκερης φοβούμενος για την ίδια του τη ζωή κατέφυγε στις Σπέτσες σε εμπόρους συγγενείς του και εργάστηκε στην επιχείρησή τους. Σύντομα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου ίδρυσε δική του εμπορική επιχείρηση, απόκτησε 15 περίπου ιστιοφόρα, με ένα από τα οποία διέφυγε το 1821 από την Πόλη και κατέλαβε σημαντική θέση στο διεθνές εμπόριο της εποχής. Το είδος των επιχειρήσεων του δεν είναι γνωστό, ωστόσο, σύμφωνα με τις εμπορικές πρακτικές της εποχής, θα επεκτεινόταν σε χρηματιστικές και δανειοδοτικές υποθέσεις. Το 1821 η περιουσία του έφτανε το ποσό του ενός εκατομμυρίου γροσίων! Ήδη το 1808, μόνιμα πια στην Πόλη, ο Παναγιώτης Σέκερης φρόντισε για την εκπαίδευση των αδελφών του, Αθανασίου και Γεωργίου. Το 1811 ο Γεώργιος αναχωρεί από την Πόλη για σπουδές στα διεθνή εκπαιδευτικά κέντρα και καταλήγει το 1813 στο Παρίσι, όπου και παρέμεινε έως το 1821. Επέστρεψε στο Μοριά για να συνεισφέρει στον Αγώνα, λόγω όμως των κακουχιών, απεβίωσε τον Νοέμβριο του 1822.

Ο Αθανάσιος Σέκερης, αφού συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Πόλη, ασκήθηκε κοντά στο μεγάλο του αδελφό στο εμπόριο και το 1816 εγκαταστάθηκε στην Οδησσό ως συνέταιρος του μεγαλέμπορου αδελφού του. Ο Αθανάσιος στην Οδησσό ανήκε στην ανώτατη τάξη, διότι διέθετε περιουσία τουλάχιστον 20.000 ρουβλίων με δικαιώματα εξωτερικού και εσωτερικού εμπορίου, βιοτεχνίας και πλοιοκτησίας. Η μύηση του Γεωργίου Σέκερη στη Μόσχα από το Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ αποτέλεσε την απαρχή της κατοπινής μυήσεως των αδελφών του, από τους οποίους ο Παναγιώτης ως ο πλουσιότερος θα καταστεί ο χρηματοδότης της Φιλικής Εταιρείας.

Η μύηση του Παναγιώτη Σέκερη στη Φιλική Εταιρεία στις 5 Μαϊου 1818, μετά τη μεταφορά της έδρας της Φιλικής Εταιρείας από την Οδησσό στην Πόλη το 1818, απέβη σωτήρια για τη Φιλική Εταιρεία μετά το θάνατο του Νικόλαου Σκουφά στις 31 Ιουλίου 1818. Τα αδέλφια υπήρξαν οι αποκλειστικοί χρηματοδότες της Φιλικής Εταιρείας. Ο Παναγιώτης Σέκερης, το1846, θα παρουσιάσει στοιχεία για τη συνεισφορά του στη Φιλική Εταιρεία και τον Αγώνα που ανέρχονταν στο ποσό των 425.000 γροσίων.

Αναφέρει (σε δική μας απόδοση): «Υπήρξε μια εποχή που σε νέα ηλικία ήμουν τόσο πλούσιος και απολάμβανα κάθε αγαθό του κόσμου… όμως όλα αυτά τα θεωρούσα τόσο μάταια διότι έλειπε η ελευθερία της Πατρίδος. Για την απόκτηση της ελευθερίας περιφρόνησα τα αγαθά μου και από πλουσιότατος κατάντησα φτωχότατος και δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω… Αλλά δεν μετανιώνω για τις θυσίες μου και ευχαριστώ το Θεό που μου έδωσε τόσα πλούτη για να τα καταθέσω στον βωμό της ελε*Oleέ να απαιτήσω κάτι για τα όσα προσέφερα. Απλά ζητώ κάτι γιατί έχω οικογένεια και είμαι με το ένα πόδι στον τάφο».

(Ας συγκριθεί η τύχη του φτωχού Σέκερη με την τύχη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που πεθαίνει, το 1843, την επαύριο του πολυτελούς γάμου που διοργάνωσε για τον γιο το, Κολλίνο…).
Βιβλιογραφία

1) Αναστάσιος Ν. Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα 1872, τ. Ε΄, σσ. 93-120.

2) Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821), εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2005.

3) Δόμνα Βισβίζη-Δοντά, «Η ανεξαρτησία της Ελλάδος και η οικογένεια Σέκερη», Μνημοσύνη τ. 16 (2003-2005) 283-340.

Συντάκτης: Βασίλης Δ. Σιακωτός (Φιλόλογος - Ιστορικός)

Πηγή: Οδός Αρκαδίας

 

Ο σπουδαίος φιλόλογος και υπέρμαχος της καθαρεύουσας Γ. Μιστριώτης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1840 και πέθανε το 1916. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια με υποτροφία του Ελληνικού Κράτους συνέχισε στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας.

Το 1868 ανακηρύχθηκε υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και κατόπιν έγίνε τακτικός καθηγητής και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το θάνατο του.

Η αντιθεσή του προς τη δημοτική γλώσσα είχε σαν συνέπεια να χαρακτηρισθεί αντιδραστικός και να υποτιμηθεί το πλούσιο επιστημονικό του έργο. Στην ιστορία έμεινε η ανάμειξή του στα Ορεστειακά.Παρόλα αυτά δεν δίστασε να βραβεύσει ως εισηγητής σε ποιητικούς διαγωνισμούς έργα γραμμένα στη δημοτική.

Η ιστορία των ομηρικών επών του Μιστριώτη και τα έργα του για τον Πλάτωνα και τις τραγωδίες των τριών τραγικών παραμένουν ακόμη έως σήμερα υποδειγματικά και μοναδικά. Εξαίρετο, ακόμη έργο του θεωρείται ”Η Ελληνική Γραμματολογίά μέχρι της υπό των Τούρκων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως” που αποτελείται από δύο τόμους που εξέδωσε το 1897. Πρόκειται για μία ιστορία της αρχαίας και μεσαιωνικής λογοτεχνίας που, μολονότι βασίζεται επί το πλείστον σε Γερμανικά κυρίως έργα, είναι μέχρι σήμερα από τις ελάχιστες που εγράφησαν από Έλληνα φιλόλογο.

Χρημάτισε πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, της Εταιρείας των φίλων του Λαού και της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Την περιουσία του την κληροδότησε στην Τρίπολη για κοινωφελείς σκοπούς. Με αυτή κατασκευάστηκε το Μιστριώτειο Διδακτήριο όπου στεγάζονται το 1ο Γυμνάσιο και το 1ο Λύκειο Τρίπολης. Στο διδακτήριο αυτό φυλάσσονται τα βιβλία του και τα συγγράμματά του.

 

Ο βαλκανιονίκης και βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης γεννήθηκε το 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στη γυναικολογία. Υπήρξε αθλητής με πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες και κατείχε για 23 χρόνια (ως το 1959) το πανελλήνιο ρεκόρ στο μήκος με επίδοση 7,37 μ.

Στην διάρκεια της κατοχής διοργάνωνε με άλλους συναθλητές του αγώνες, διαθέτοντας τα έσοδα σε λαϊκά συσσίτια. Το 1950 κατέλαβε τη θέση του υφηγητή Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παντρεύτηκε την Δήμητρα Μπαταργιά με την οποία απέκτησε δυο γιούς τον Θοδωρή και τον Γρηγόρη.

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 1957 ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής θα μεταβεί στο Παρίσι, στη σημαντικότερη διάσκεψη του ΝΑΤΟ. Ο Καραμανλής πρόβαλε με την ομιλία του την περιβόητη αρχή της καθολικότητας, απαλλάσσοντας έτσι την Ελλάδα από τη μονομερή δέσμευση για την εγκατάσταση πυραύλων, μέχρι να συμφωνήσουν στην εξάπλωση των πυραύλων όλες οι χώρες της συμμαχίας. Αυτή η κατάσταση άνδρωσε το φιλειρηνικό κίνημα.

Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 ο Λαμπράκης εκλέχτηκε βουλευτής Πειραιά συνεργαζόμενος με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη».

Στις 21 Απριλίου 1963 αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.Αμέσως μετά μετέβη στο Λονδίνο για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο μετέπειτα βουλευτής του ΚΚΕ Αμπατιέλος. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους.

Σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 22 Μαΐου, καθώς εξερχόταν από συγκέντρωση για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό στη Θεσσαλονίκη, δέχτηκε δολοφονική επίθεση από παρακρατικούς. Τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε στα τραύματά του λίγες μέρες μετά.

 

Ο Γιάννης Κούρος είναι Έλληνας υπερμαραθωνοδρόμος, με σειρά διακρίσεων στο μη Ολυμπιακό άθλημα του υπερμαραθωνίου. Γεννήθηκε το 1956, στη Βλαχοκερασιά Τριπόλεως.

Άρχισε τα ποιήματα και τις μελωδίες του στην ηλικία των δώδεκα ετών. Κατά τη διάρκεια της φοίτησης του στο γυμνάσιο, πήρε μαθήματα στη βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική.

Από δεκαέξι ετών ξεκίνησε τον αθλητισμό και έως σήμερα έχει καταρρίψει τουλάχιστον 134 παγκόσμια ρεκόρ.

Έχει ασχοληθεί επίσης με τη μουσική την λογοτεχνία την ποίηση και το τραγούδι, όπου συνθέτει και ερμηνεύει ο ίδιος.

Το 1990 μετανάστευσε στην Αυστραλία, όπου και πήρε την αυστραλική υπηκοότητα. Το Μάρτιο του 1993 κέρδισε το πρώτο βραβείο για τα λυρικά ποιήματα. Το 1983 τρέχει το 1ο Σπάρταθλο όπου τερματίζει σε 3 ώρες και 15 λεπτά μπροστά από το δεύτερο δρομέα. Το 2000 το νομαρχιακό διαμέρισμα της Αττικής σε μια τελετή τον έχρισε ως πρεσβευτή του ελληνισμού. Έχει κερδίσει το Σπάρταθλον συνολικά τέσσερις φορές (1983, 1984, 1986, 1990), και είναι διεθνής μοναδικός με αυτές τις επιδόσεις.

Για τις επιδόσεις του έχει πει:

«Τρέχω υπερβατικά, ενάντια στη φύση και στις κακουχίες. Η προσπάθεια ενός υπερμαραθωνοδρόμου είναι εγκεφαλική. Ο αγώνας του όπως τόνισε είναι μια υπέρβαση του σώματος και ολοκληρώνεται ενεργοποιώντας τα βιώματα από τις πνευματικές του δυνάμεις. Το μυστικό της επιτυχίας μου οφείλεται και στην κράση μου να ξεπερνώ τα όρια Η φιλοσοφία του αγωνίσματος έγκειται στην ιδιοσυγκρασία του υπερδρομέα να ξεπερνά τον πόνο και την κούραση με πνευματική διαύγεια, εγρήγορση και μετουσίωση. Ο αγώνας αυτός θα προβάλει στη νεολαία τις αξίες της προσπάθειας, της καρτερίας, της επιμονής και του αγωνιστικού πνεύματος, ενάντια στις αντιξοότητες της ζωής και ότι η θέληση είναι νικήτρια όταν επιστρατεύονται όλες οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις»

 

Από την Αρκαδία έχουν εκπορευτεί πολλοί μεγάλοι ή ευρύτατα γνωστοί ποιητές, και παλιότεροι και νεότεροι: Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Σοφοκλής Καρύδης, Δημ. Βαλαβάνης, Γεώργιος Στρατήγης, Γιώργος Σαραντάρης, Κώστας Ουράνης, Μελισσάνθη, Μίλτος Σαχτούρης (Αρκάς εκ μητρός), Νίκος Γκάτσος, Κρίτων Αθανασούλης, Ηλίας Σιμόπουλος κ.ά.

Και ενώ πρόκειται για ποιητές όχι τυχαίους, περισσότερο γνωστός στο ευρύ κοινό-από των Αρκάδων ποιητών το γένος-, είναι ο Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη 1896 – Πρέβεζα 1928).

Η φήμη του, βέβαια, μπορεί να οφείλεται εν μέρει στην εκούσια αναχώρησή του από τη ζωή, ή στις μυθιστορηματικού τύπου δημοσιογραφικές αναφορές -όπου το σύντομο ειδύλλιο με την Πολυδούρη καταλαμβάνει περίοπτη θέση-, όμως ο Καρυωτάκης είναι μια σπάνια περίπτωση όπου η τέτοιας μορφής φήμη συμπίπτει με την αξία που του αποδίδουν και οι επαΐοντες.

Παρατηρούμε, έτσι, μια συχνότατη μελοποίηση των ποιημάτων του, μια διαρκή αναφορά σε στίχους του, προκειμένου να υπογραμμιστούν και να χρωματιστούν στρεβλώσεις και τραυματικές καταστάσεις του νεοελληνικού βίου. Και όχι άδικα. Γιατί ο Καρυωτάκης ήταν ένας ποιητής που, με καίριο τρόπο, με «αστραπές λυρικής οργής», όπως λέει και ο Κλέων Παράσχος, φώτισε μερικές από τις πιο βαθιές πληγές της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν επουλωθεί –δυστυχώς- μέχρι τις μέρες μας. Ποιος δεν θα προσυπέγραφε, ας πούμε, σήμερα αυτό το ποίημα:

Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι.
Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος.
Αν άλλοτε αντιφέγγιζε στο νου, στα μάτια, σ’ ό,τι,
είναι η ζωή πια σκοτεινή κι ανέφικτη σα θρύλος,
είναι πικρία στο χείλος.

Νύχτα βαθιά. Με πνεύμα οργής έσπρωξα το κρεβάτι.
Άνοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
ελπίς. Απ’ το παράθυρο, του τελευταίου διαβάτη
είδα τη σκιά. Κι εφώναξα στριγκά στην ησυχία:
«Δυστυχία!»

Η φριχτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγράφη.
Δέντρα την δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε,
επιγραφή την έχουνε τα σπίτια κι είναι τάφοι,
ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε
Οι άνθρωποι δεν ακούνε;

Αλλά αυτό με το οποίο θα ασχοληθούμε εδώ δεν είναι ούτε το περιεχόμενο, ούτε η αξία τού έργου, ούτε η επίδραση που άσκησε και ασκεί ο Καρυωτάκης στη λογοτεχνία τού τόπου μας. Η σχετική βιβλιογραφία είναι τόσο πλούσια, ώστε δεν έχει μείνει καμιά πλευρά που να μην έχει επισημανθεί και αναλυθεί, και μάλιστα κατά κόρον.

Υποθέτουμε, λοιπόν, ότι εκείνο που ενδιαφέρει τον αναγνώστη αυτής της σελίδας είναι να δει ποια η σχέση του Καρυωτάκη με την Αρκαδία, και πού μπορεί να τον «συναντήσει» στην Τρίπολη.

Ο ποιητής, λοιπόν, γεννήθηκε στην Τρίπολη σ’ ένα σπίτι που βρίσκεται Δυτικά τής πόλης, στη γωνία των οδών Καρυωτάκη και Ερυθρού Σταυρού 28 (πρώην Γορτυνίας, πρώην Αγίου Αθανασίου). Το οίκημα είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα τού νεοκλασικού ρυθμού, που επικράτησε παγκόσμια από τα μέσα του 18ου αι. μέχρι τις αρχές του 19ου. Στην Ελλάδα εμφανίσθηκε μετά τη δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους (1830), κάλυψε ολόκληρο τον 19ο αι. και αποτελεί τον μόνο ρυθμό που γνώρισε ο νέος ελληνισμός, τη μοναδική κίνηση που άφησε μερικά αξιοπρεπή και εναρμονισμένα με το περιβάλλον κτίρια, τα οποία επιπλέον μας δένουν με το αρχαιοελληνικό μας παρελθόν.

Τα βασικά στοιχεία τού νεοκλασσικισμού στην αρχιτεκτονική ήταν το μικρό ύψος, η λιθοδομή, η κεραμοσκεπή, τα κλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία στην όψη, όπως παραστάδες, αετώματα, κίονες (σε κάποιον από τους τρεις κλασσικούς ρυθμούς), φουρούσια, ακροκέραμα, ζώνες, γύψινες διακοσμήσεις κλπ.

Ο νεοκλασικισμός τού 19ου αιώνα, εμπλουτισμένος με στοιχεία της παράδοσης, όπως είναι οι καμαρωτές εξώθυρες και τα τοξωτά κουφώματα του ισογείου, σφράγισε την τέταρτη ανοικοδόμηση της Τρίπολης. Μερικά από τα οικοδομήματα αυτής της περιόδου διασώζονται ακόμα στην πόλη, τα περισσότερα, ωστόσο, έπεσαν θύματα του προσοδοφόρου συρμού τής πολυκατοικίας. Την ίδια τύχη θα είχε ασφαλώς και το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Καρυωτάκης, το οποίο γνώρισε μια μακρά περίοδο συνεχούς φθοράς, παρόλο που έγκαιρα –από τις 22-11-1953- είχε τοποθετηθεί στην πρόσοψή του η μαρμάρινη εκείνη πλάκα που επισήμαινε ότι «Στο σπίτι αυτό εγεννήθηκε ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης στις 30 Οκτωβρίου 1896». Ευτυχώς το Υπουργείο Πολιτισμού στα τέλη της 10ετίας του 1980 αποφάσισε την αναγκαστική απαλλοτρίωσή του κι έτσι αγοράστηκε από την τελευταία ιδιοκτήτριά του Μάχη Παναγιωτοπούλου-Ζώγα, ανακαινίστηκε, και στεγάζει σήμερα τις Διοικητικές αρχές τού Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Το σπίτι αυτό, που έχει και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τής τονισμένης εξωτερικά συμμετρίας, ανήκε στην οικογένεια Σκάγιαννη, ένα μέλος της οποίας, η Κατήγκω Αθ. Σκάγιαννη, παντρεύτηκε τον πατέρα του ποιητή, Γεώργιο Κ. Καρυωτάκη που υπηρετούσε ως μηχανικός στη Νομαρχία Αρκαδίας.

Ο πατέρας του, μέλος μιας οικογένειας με εφτά παιδιά, είχε γεννηθεί στη Συκιά Κορινθίας. Το επώνυμο Καρυωτάκης οφειλόταν στην πρώτη εγκατάσταση του παππού του Κωνσταντίνου στα Καρυώτικα, ένα συνοικισμό κοντά στη Συκιά. Λέγεται ότι ονομαζόταν προηγουμένως Ευθυμίου, αλλά ορφανός, φτωχός και απροστάτευτος καθώς ήταν, γεννούσε τον οίκτο στους Συκιώτες που συχνά πυκνά έλεγαν: «Το καημένο το Καργιωτάκι…».

Η οικογένεια Σκάγιαννη, από την άλλη, ήταν μια από τις πιο επιφανείς της Τρίπολης. Ο παππούς τού ποιητή, από τη μεριά της μάνας του, Αθανάσιος Σκάγιαννης (1815-1890) ήταν σχολάρχης. Παντρεύτηκε το 1854 την Ελένη Δ. Ευταξιοπούλου και απέκτησαν 11 –κατά πάσαν πιθανότητα- παιδιά, που τα περισσότερα πέθαναν σε μικρή ηλικία. Το οικόπεδο στην λεωφόρο Αγίου Αθανασίου (σήμερα Ερυθρού Σταυρού) το αγόρασε ο Αθανάσιος Σκάγιαννης το 1862. Η κόρη του Κατήγκω (Αικατερίνη) παντρεύτηκε τον Γεώργιο Καρυωτάκη το 1894. Στο προικοσύμφωνο, που δημοσιεύουμε παρακάτω, φέρονται ως προικοδότες της Κατήγκως οι δυο της αδελφοί: ο Παντολέων, καθηγητής, και ο Δημήτριος, δικηγόρος.

Από τον γάμο της Κατήγκως Σκάγιαννη με τον Γεώργιο Καρυωτάκη γεννήθηκαν 3 παιδιά: Η Νίτσα, δηλ. Ελένη, (1895-1969), ο ποιητής και ο Θάνος (1901-1979). Η Νίτσα παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο και έκαναν δυο παιδιά: τον Άρη (σ’ αυτόν έχει αφιερώσει ο ποιητής ένα στιχούργημά του), και την Καίτη. Ο Θάνος χρημάτισε υψηλόβαθμος τραπεζικός υπάλληλος και στο αγόρι, που απέκτησε από το γάμο του, έδωσε το όνομα του πατέρα του, Γεώργιος.

Παρά τους συγγενικούς δεσμούς τού ποιητή με μερικές από τις πιο γνωστές οικογένειες της Τρίπολης, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είχε μια ουσιαστική «συνομιλία» με το σώμα και το πνεύμα της πόλης.

Οι συχνές μεταθέσεις τού πατέρα του (Τρίπολη-Λευκάδα-Αργοστόλι-Λάρισα-Πάτρα), καθώς και το δικό του οδοιπορικό (Θεσσαλονίκη-Άρτα-Σύρα-Αθήνα-Πάτρα-Πρέβεζα ), δεν επέτρεψαν το ουσιαστικό δέσιμό του με μια πόλη.

Το όνομά του, βέβαια, φέρνει αμέσως στο μυαλό μας την πόλη της Πρέβεζας, αλλά, και η αυτοκτονία του εκεί δεν μπορεί να θεωρηθεί «δέσιμο», και η Πρέβεζα για πολύν καιρό δεν ήθελε να τον μνημονεύει ως δικό της άνθρωπο, αφού θεωρούσε ότι την δυσφήμισε μ’ εκείνο το πασίγνωστο ποίημα, όπου Πρέβεζα και θάνατος εμφανίζονται ως συνώνυμες λέξεις. Ο αρχικός, ωστόσο, τίτλος «Επαρχία», που είχε βάλει στο ποίημα αυτό ο Καρυωτάκης, δηλώνει ότι θεωρούσε την Πρέβεζα ένα τυπικό δείγμα των πόλεων της περιφέρειας. Και τέτοια ασφαλώς ήταν και η Τρίπολη εκείνου του καιρού.

Αλλά οι δεσμοί με την Τρίπολη ήσαν άλλου επιπέδου. Ήταν, πρώτα, η πόλη όπου ζούσε η επιφανής οικογένεια της μητέρας του και εκεί –στο Σκαγιαναίικο σπίτι- έμενε η αδελφή του η Νίτσα. Μια αλληλογραφία του μαζί της, που έχει διασωθεί, μας αποκαλύπτει ότι η πόλη μας τον έθρεψε και κυριολεκτικά. Συγκεκριμένα, κατά το φοβερό αποκλεισμό των «συμμάχων», στα 1916-17, από την Τρίπολη περίμενε την αποστολή αλεύρων που σπάνιζαν στη λιμοκτονούσα Αθήνα. Σ’ ένα απ’ αυτά τα γράμματα υπάρχει και το εξής σχόλιο: «Από τις κοπέλες για τις οποίες μου έγραψες, γνώρισα τη δεσποινίδα Ρηγοπούλου. Μου άρεσε. Δεν έχει τον επαρχιώτικο αέρα τής Τριπολιτσάς».

Με την Αρκαδία, πάλι, συνδέεται και ένα άλλο σημαντικό επεισόδιο της ζωής τού Καρυωτάκη. Το καλοκαίρι του 1927 παραθερίζει στην «ωραία κωμόπολη» -ο χαρακτηρισμός είναι δικός του- της Δημητσάνας. Εκεί, «στον ελαφρό αέρα των αρκαδικών βουνών», πιάνει και διαγράφει ως «ανάξια» ή προκρίνει ως «άξια» ποιήματα που είχε συγκεντρώσει και επρόκειτο να τα συμπεριλάβει στην τελευταία και σημαντικότερη συλλογή του «Ελεγεία και Σάτιρες». Ανάμεσα στα «άξια» εντάσσει και μερικά ποιήματα όπου τα κακώς κείμενα της εποχής θίγονται κατά τρόπο ρωμαλέο και αποκαλυπτικό:

  • Η Ελευθερία έχει χάσει την αξία και την ουσία της και πουλιέται στα διεθνή παζάρια σε τιμή ευκαιρίας.
  • Η τραγωδία του ελληνισμού στη Μικρασία έχει γίνει επικερδής επιχείρηση, φτηνό δράμα για τους περιφερόμενους κλόουν, θέμα για να περνάει η ώρα στα πολύβουα καφενεία, όπου εκτοξεύονται τήδε κακείσε άσφαιρα πυρά.
  • Στους Δελφούς, η Νέα Ελλάδα επιχειρεί να πιάσει το νήμα που την συνδέει με την Αρχαία, μέσα σε μια πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα. Και δεν αντιλαμβάνεται το μήνυμα του γυπαετού, που σχίζει από πάνω τον αέρα, πως το μαρτύριο του Προμηθέα δεν τέλειωσε ακόμα.
  • Οι άνθρωποι του τόπου, μοιραίοι και άβουλοι, βυθίζονται μέσα στο τέλμα τους ο καθείς: Οι γυναίκες είναι ανυποψίαστα μηδενικά, που τα όνειρά τους αρχίζουν και τελειώνουν στον υμέναιο. Οι ποιητές είναι χάρτινες φιγούρες, κύμβαλα αλαλάζοντα γεμάτα πόζα. Οι υπάλληλοι είναι κουρντισμένες μαριονέτες, που επιδίδονται σε μια αδιέξοδη πάλη με το ατέλειωτο χαρτομάνι της γραφειοκρατίας.

Η θαρραλέα περιγραφή τού κλίματος της παρακμής, χωρίς στρογγυλέματα ή αποσιωπήσεις, δεν σκιαγραφεί μόνο τα χαρακτηριστικά τού προσώπου μιας εποχής, αλλά αποκαλύπτει και το πάθος ενός ποιητή, που κάθε ποίημά του είναι και μια ψηφίδα από τη ζωή του. Και το μόνο αίτημα που μπορούσε να διατυπώσει εν τέλει, καθώς φαίνεται, ήταν αυτό που έθεσε ως προμετωπίδα στην τελευταία του συλλογή: κάτω από μια νεκροκεφαλή, που στηριζόταν σε δυο κόκαλα χιαστί, χάραξε τη λεζάντα «Με το μηδέν και το Άπειρο / να συμφιλιωθούμε».

Αυτή η επιθυμία είναι χαραγμένη και στην προτομή τού Καρυωτάκη, αλλά δεν φαίνεται να πέτυχε τη συμφιλίωση που επιθυμούσε, ως προτομή, έστω και με το στενό χώρο τής Τρίπολης, όπως θα φανεί παρακάτω.

Τον Απρίλιο του 1972, λοιπόν, ο Δήμος Τριπόλεως αποφασίζει να παραχωρήσει ένα χώρο στη βόρεια πλευρά τής πλατείας του Άρεως για την τοποθέτηση της προτομής. (Είναι έργο τού γλύπτη Μιχαήλ Τόμπρου).

Στις 4-11-1973 τελούνται τα αποκαλυπτήρια, συνοδευόμενα από το σύνηθες τυπικό. Αντιγράφουμε το σχετικό μονόστηλο από την εφημερίδα «Αλήθεια της Τριπόλεως» (φ. 1014, 5-11-1973): «Χθες την πρωΐαν εις το Δημοτικόν πάρκον τής πόλεως παρά την πλατείαν Άρεως ο Νομάρχης κ. Καλογεράτος απεκάλυψε την στηθείσαν εκεί προτομήν τού Τριπολίτου ποιητού Κώστα Καρυωτάκη, την οποίαν ευγενώς προσέφερεν ο αδελφός τού τιμηθέντος κ. Θάνος Καρυωτάκης. Προ της αποκαλύψεως, σχετικώς με την ζωήν και δράσιν του ποιητού ωμίλησεν, εκ μέρους τού Πνευματικού Κέντρου Τριπόλεως, ο κ. Θ. Ορφανόπουλος και εν συνεχεία ωμίλησεν ο αδελφός τού ποιητού κ. Θ. Καρυωτάκης. Ακολούθως κατετέθησαν στέφανοι εκ μέρους του Πνευματικού Κέντρου, όπερ είχε την πρωτοβουλίαν οργανώσεως της τελετής, της οικογενείας του ποιητού, του Δήμου Τριπόλεως, της Παναρκαδικής Ομοσπονδίας Αθηνών και της Ενώσεως Τριπολιτών Αττικής. Εν συνεχεία εις την αίθουσαν του κινηματοθεάτρου «Αελλώ» και ενώπιον μεγάλης συγκεντρώσεως και των αρχών τής πόλεως εγένετο διάλεξις με θέμα τον ποιητήν και ομιλητήν τον λογοτέχνην κ. Κων. Στεργιόπουλον. Κατά την διάρκειαν της ομιλίας η ηθοποιός τού Εθν. Θεάτρου Κα Νενεδάκη απήγγειλε χαρακτηριστικά ποιήματα του Καρυωτάκη».

Η παρουσία, όμως, ενός «στενάχωρου» ποιητή στο χώρο όπου περιφέρονται χαρούμενοι περιπατητές κατά τους θερινούς μήνες, εγείρει αντιδράσεις, οι οποίες διατυπώθηκαν και γραπτώς. Έτσι, σε επιστολή αναγνώστη που δημοσιεύθηκε στις 27-8-74 στα «Αρκαδικά Νέα», διαβάζουμε μεταξύ των άλλων: «Αυτός ο ποιητής που αγαπούσε τη μοναξιά, το θάνατο, την νύκτα, δεν έχει καμιά θέση στην πολύβουη πλατεία Άρεως, διότι αποτελεί μια κραυγαλέα αντίθεση της λεβεντιάς του ’21 με τον πεσιμισμό του Καρυωτάκη».

(Τι καημός κι αυτός! Η ταραχή των ημερών έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Και δεν ήταν μια συνηθισμένη ταραχή. Καθώς ο επιστολογράφος μας συνέτασσε το κείμενό του, γύρω του «έσκαζαν» γεγονότα, όπως αυτά: Παραίτηση του Νίξον. Αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ. Κατάληψη του 1/3 της Κύπρου από τον «Αττίλα 2». Άφιξη στην Αθήνα του Α. Παπανδρέου. Μεγάλη πυρκαγιά κοντά στον Κάλαμο αποτεφρώνει 10.000 στρέμμ. δάσους και απειλεί τη βάση πυραύλων στην περιοχή. Διεθνής διάσκεψη για το Κυπριακό. Αποστράτευση του Ιωαννίδη. Η ΕΣΣΔ ανακοινώνει ότι εγγυάται τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Καταφθάνει στην Αθήνα ο Γεν. Γραμματέας του ΟΗΕ Κουρτ Βαλντχάιμ για συνομιλίες με τον Κ. Καραμανλή).

Πάντως, για να μην καταπτοείται το φρόνημα κάποιων από τον πεσσιμισμό τού Καρυωτάκη, η προτομή του πήρε τα μπογαλάκια της και μετακόμισε στην πλατεία Ανεξαρτησίας. Ίσως γιατί εκεί πολύ λιγότερων θα χάλαγε τη μέρα, αφού ο επί της πλατείας Σταθμός των ΚΤΕΛ είχε αποκτήσει, από τον Μάιο του ’74, νέο στέκι στην πλατεία Κολοκοτρώνη.

Αλλά και εδώ ο προσανατολισμός της ήταν προβληματικός. Από την Ανατολική θέση όπου είχε εγκατασταθεί, θα μπορούσε άνετα να παρακολουθεί πότε «έρχεται ο κύριος Νομάρχης», και η σχετική ειρωνεία, που συνόδευε τη φράση στο ποίημα «Πρέβεζα», μπορεί και να υπονόμευε το κύρος του θεσμού. Η μετακίνησή του, ωστόσο, στη Βόρεια πλευρά του αναιμικού πάρκου της πλατείας εξυπηρετούσε μάλλον κάποιες άλλες όψιμες ισορροπίες. Η Εθνική Αντίσταση, για χρόνια συρμένη στην ανυποληψία, διεκδικούσε ένα χώρο, ώστε να καταγίνει με τη συντήρηση της μνήμης.

Και πάνω που η προτομή τού ποιητή άρχισε να αφομοιώνεται με το χώρο, ώστε να περνάει απαρατήρητη, παραχώρησε και πάλι τη θέση της στις νεότερες εκφάνσεις της ανδρείας. Προς το παρόν, κάπου λουφάζει παραιτημένη και ανέστιος. Η μόνη ελπίδα για μόνιμη διαμονή πια είναι το σπίτι του, όπου κανέναν δεν θα ξενίζει η δακρυσμένη όψη του ορείχαλκου…

Τρίπολη Φεβρουάριος 2010

 

Βέης Νίκος

Ο Νίκος Βέης ήταν βυζαντινολόγος και νεοελληνιστής, καθηγητής Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε το 1883 στην Τρίπολη Αρκαδίας. Ο πατέρας του Αθανάσιος Βέης, ήταν καθηγητής στην Τρίπολη.

Σε ηλικία εννέα χρονών έχασε τον πατέρα του. Αργότερα με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Φιλολογία. Σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών εργάστηκε στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και ασχολήθηκε με την παλαιογραφία, την κωδικολογία και την περιγραφή των κωδίκων.

Από τότε άρχισε να δημοσιεύει άρθρα για τις βυζαντινές και νεοελληνικές σπουδές στα περιοδικά «Νουμάς» και «Παναθήναια». Ασχολήθηκε επίσης με τη δημώδη ποίηση, τη σιγιλλογραφία, με καταλόγους και περιγραφές χειρογράφων και επιγραφών. Δημοσίευσε μελέτες για επιγραφές, χειρόγραφα και κώδικες μοναστηριών, για λαϊκές παραδόσεις και λαογραφικά θέματα.

Το 1908 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Από το 1908 ως το 1910 ασχολήθηκε με την κωδικοποίηση χειρογράφων και κωδίκων των μονών των Μετεώρων.

Εκείνη την εποχή, επηρεασμένος από το αγροτικό ζήτημα και εμφορούμενος από σοσιαλιστικές ιδέες, έθεσε υποψηφιότητα για βουλευτής Καρδίτσας-Τρικάλων-Καλαμπάκας, αλλά δεν εξελέγη. Το 1911 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου παρέμεινε συνολικά 14 χρόνια και όπου δίδαξε Βυζαντινή και Μεσαιωνική Ελληνική Φιλολογία. Εκεί γνώρισε και τον Αλέξανδρο Σβώλο, με τον οποίο έγινε στενός φίλος.

Πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εξέδωσε το περιοδικό «Βyzantinische-Νeugriechische Jahrbucher», με το οποίο ασχολήθηκε μέχρι το 1925. Εκείνη τη χρονιά εξελέγη καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών στην έδρα της «Μεσαιωνικής και Νεωτέρας Ελληνικής Φιλολογίας» και επέστρεψε στην Αθήνα.

Κατά τη δικτατορία Μεταξά, αρνήθηκε να δεχθεί ως συναδέλφους συνεργάτες του καθεστώτος, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από το Πανεπιστήμιο. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1940, έφυγε για το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου. Έμεινε στην περιοχή του Αργυροκάστρου, όπου επιτέλεσε σημαντικό έργο για τη διάσωση της ελληνικής κληρονομιάς, εντοπίζοντας, μελετώντας και περιγράφοντας ελληνικές επιγραφές και χειρόγραφα της μητρόπολης Αργυροκάστρου και μοναστηριών της Βορείου Ηπείρου.

Ανακηρύχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1943. Εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Μετά την απελευθέρωση ασχολήθηκε με την πολιτική, αλλά το 1946 επαύθη οριστικά από το Πανεπιστήμιο, λόγω της πολιτικής του δράσης. Το 1950 ήταν υποψήφιος του Σοσιαλιστικού κόμματος ΕΛΔ του Αλέξανδρου Σβώλου και εξελέγη βουλευτής Αθηνών.

Πέθανε στην Αθήνα το 1958.

 

Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν το Δήμο, εκτός από εκείνα που ανήκουν εκ του νόμου στην αρμοδιότητα του Δημάρχου ή άλλου οργάνου του Δήμου ή το ίδιο το Δημοτικό Συμβούλιο μεταβίβασε σε επιτροπή του. Οι αρμοδιότητες του Δημοτικού Συμβουλίου ορίζονται στο άρθρο 65, του Ν. 3852/2010.

Πρόεδρος

ΚΑΚΛΑΜΑΝΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

                           

 

Μήνυμα Δημάρχου